Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011




Ο υπόγειος σιδηρόδρομος τον έφερε στην πλατεία. Η ματιά του χάνεται στο πλακόστρωτο. Τη δική του πολιτεία θέλει να σχηματίσει πάλι. Χρειάστηκε πιο πριν σε πολιτείες τόσες να ταξίδεψει. Σε τόσους δρόμους  να λειώσει. Να παίζει το κεφάλι του κορώνα γράμματα, ξυπόλητος για μερόνυχτα, να ξεφεύγει από φρουρούς οπλισμένους, από συρματοπλέγματα μέσα. Σώθηκε χάρη σε μεταμφιέσεις πολυμήχανες. Κάθε φυγή κι ένας γυρισμός. Κάθε δρόμος και η ανάγκη για κατοικία.

Το μυαλό του γυρίζει στο μικρό διαμέρισμα, στον πεζόδρομο παραδίπλα. Στο πάτωμα τον περιμένουν ένα πλήθος από ξεκρέμαστα πορτραίτα. Ακόμα να βρουν ένα σημείο στον τοίχο. Η φωνή τους όμως χώρεσε στη δική του χροιά. Μεθυστική πολυφωνία. Στα ράφια ποιητικές συλλογές αγαπημένες, παραδίπλα ένα κουτί προφυλακτικά από νύχτες αγοραίες. Στη χαλασμένη βρύση ένα δάκρυ διστάζει. Εκείνη. Από κάθε συναίσθημα τον στέγνωσε πια.

Στο πλακόστρωτο περιπλανιέται. Έμοιαζαν όλα τόσο ρόδινα στον πρόλογο. Αφελής, πόσο αφελής... Πόσοι δεν γυρεύαν μια ευκαιρία μόνο, για να δείξουν πόσο κάλπικοι είναι. Κοιτάζει τα άνευ μέριμνας κτήρια στο κέντρο της πόλης· τις διπλανές γιγαντοασχήμιες, διαφημίσεις αυθαίρετες σε πεζοδρόμια και ταράτσες. Καθρέφτες καίριων όψεων. Τι περιμένεις... Τόπος μεταπρατών. Χωρίς αίτημα δημιουργίας, με τις ευθύνες μετατεθειμένες στους απ’ έξω, χωρίς ανάγκη για κριτήρια με προοπτική. Και παντού ν’ απλώνεται ο νεοελληνικός χυλός. Γεμάτος κλώνους, έτοιμους ν’ αντιγράψουν τσαπατσούλικα. Γλυκιά μου Ντόλυ, άμοιρη έσβησες.

Χρειαζόταν λίγη ξεγνοιασιά, μία χαλάρωση. Το ασήμαντο δεν είχε πόζα κι έτσι το λάτρεψε. Αλλά ως πότε η σκέδασή του σε σπασμένους καθρέφτες; Το πολλαπλό θα επικεντρώσει σε μία και μόνο πρακτική. Ξεδιπλώνει τον τριμμένο χάρτη και την πρώτη πορεία θυμάται. Ξεδιπλώνεται πάλι και η δική του ταυτότητα.  Τόσο εντός της συγκεκριμένης πρακτικής στην οποία καλείται έργο να δημιουργήσει, όσο και εκτός κάθε πρακτικής. Εκεί που αντιφέγγει o χαρακτήρας, χωρίς προϋποθέσεις· ηθικός ή ανήθικος· το πώς συνυπάρχει με τα πρόσωπα γύρω του. Μεγαλείο που κρύβεσαι;

Ξανακοιτάζει γύρω του. Ίσως αυτό που φαίνεται (με τη ματιά μας μέσα του), αυτό να είναι. Αλλά όχι ολόκληρο. Βγάζει από την τσέπη του ένα κοχύλι, φυλαχτό εδώ και χρόνια πολλά. Τον θυμίζει αναπόφευκτα. Από τις γραμμές του κυλάνε αδιάκοπα τόσα πρόσωπα, τόσα πράγματα. Μιαν ακρογυαλιά γυρεύει στο κοχύλι να επιστρέψει. Το κατάλληλο φόντο. Ίσως έτσι του ξαναμιλήσει για τη θάλασσα και τις ιστορίες τόσων και τόσων ναυτικών, αμέτρητων εξερευνητών και ναυαγών.  Και ύστερα, μέσα στο κοχύλι να κλειστεί ο ίδιος· μέσα του να ξεχαστεί.

Ν.Δ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου